Αρχική σελίδαΚαλάθι αγορώνΣτοιχεία πελάτη


ΡΟΛΟΙ

Το μηχανικό ρολόι ανακαλύφθηκε κατά τα τέλη του Μεσαίωνα, για να ικανοποιήσει δύο μάλλον διαφορετικές ανάγκες. Πρώτα, υπήρχε η ανάγκη ενός απλού χρονομέτρου για να μετρά τις ώρες για τον υπολογισμό του εργασίας και της λειτουργίας των εκκλησιών. Δεύτερον, οι αστρονόμοι είχαν ανάγκη από ένα μηχάνημα περιστροφής των αστεροσκοπείων τους από τα οποία θα μπορούσαν να μελετούν τις σχετικές θέσεις του Ήλιου, της σελήνης και των άστρων. Γενικά όμως το ρολόι είναι ένα όργανο που δείχνει την ώρα και μετράει το χρόνο, βασιζόμενο στη διαίρεση της ημέρας σε 24 ώρες και της ώρας σε 60 λεπτά και σε 3600 δευτερόλεπτα. Το μηχανικό ρολόι όπως είπαμε ανακαλύφθηκε για να ικανοποιήσει δύο διαφορετικές ανάγκες, όπως αναφέρονται στην πρώτη ενότητα. Η πιο σημαντική και αρχαιότερη ανάγκη όμως ήταν η μέτρηση του χρόνου και η ένδειξη της ώρας. Έτσι το πρώτο ρόλοι που κατασκευάστηκε ήταν ηλιακό (ημερολόγιο). Οι λόγοι για τους οποίους οι πρώτοι άνθρωποι μετρούσαν το χρόνο, ήταν ουσιαστικά διάφοροι από αυτούς του σύγχρονου ανθρώπου. Για τον κυνηγό και τον αρχέγονο αγρότητο έτος δεν ήταν παρά ένας κύκλος γεγονότων, μια περίοδος για σπορά και για θέρισμα, ή μια περίοδος κατά την οποία μπορούσε να συλληφθεί με επιτυχία το θήραμα. Επίσης επειδή έλειπε ο φωτισμός, η ημέρα ήταν απλά η περίοδος μεταξύ ανατολής και δύσεως του ηλίου, χωρισμένη από φάσεις εργασίας και αναπαύσεως. Καθώς οι εποχές του έτους διακρίνονται από μια σειρά από φυσικά γεγονότα, όπως από την υποδιαίρεση των ημερών σε τμήματα μικρότερα από το πρωί και το απόγευμα, που είχαν καθοριστεί από τη θέση του ήλιου. Σήμερα, πολλές πρωτόγονες κοινωνίες λειτουργούν ακόμη ικανοποιητικά, δίχως κανένα είδος ημερολογίου ή ρολογιού. Οι αρχές των μετρήσεων του χρόνου αποτελούν, πιθανώς έμπνευση των πρωτόγονων θρησκειών. Η αρχαία αιγυπτιακή δοξασία, ότι ο ήλιος πέθαινε κάθε βράδυ, για να ξαναγεννηθεί το επόμενο πρωί απαιτούσε, για παράδειγμα, οι προσευχές να γίνονται πριν από την αυγή, για να εξασφαλίζεται έτσι η αναγέννηση του ήλιου. Και εφόσον η ώρα της αυγής άλλαζε ανάλογα με την εποχή του έτους έπρεπε να μετρούνται τόσο οι ημέρες του έτους, όσο και οι ώρες της ημέρας. Στη Μεσοποταμία και στην Αίγυπτο οι μετρήσεις των ημερών και των ωρών γίνονταν αρχικά από τη θέση της σκιάς ενός στηλιδίου, γνωστού με το όνομα ΓΝΩΜΟΝΑΣ, που ήταν σφηνωμένο κατακόρυφα στο έδαφος. Η γωνία μεταξύ της σκιάς και του στηλιδίου την αυγή και την ώρα της δύσεως χωρίζονται σε δώδεκα ίσα μέρη, τα οποία παρίσταναν δώδεκα θέσεις του ήλιου, που αργότερα έγιναν οι ώρες. Ο αριθμός των ημερών μεταξύ της μακρύτερης σκιάς που ριχνόταν από το στηλίδιο(μεσοχείμωνο) και της μικρότερης σκιάς του (μεσοκαλόκαιρο), μετριόταν και λογαριαζόταν σαν μισός χρόνος. Το 2000 π.Χ. οι Αιγύπτιοι καθόρισαν το έτος των 365 ημερών και η ακρίβεια αυτού του υπολογισμού ελέγχθηκε ακόμη και από τις ετήσιες πλημμύρες του Νείλου, ένα γεγονός που επαναλαμβανόταν με αδιατάραχτη τακτικότητα. Για ένα χρονικό διάστημα, ο γνώμονας, που είχε πάρει τη μορφή ενός τέλεια επεξεργασμένου εξαρτήματος, και το ηλιακό ρολόι, παρέμειναν τα κύρια μέσα υπολογισμού του χρόνου. Κατά την αρχαία, επίσης, εποχή έγινε αντιληπτό ότι οι φάσεις της Σελήνης μπορούσαν να παίξουν πρωτεύοντα ρόλο στη μέτρηση του χρόνου. Το γέμισμα και το άδειασμα του φεγγαριού, που διαρκεί μια περίοδο 28 ημερών, μπορούσε να διαιρεθεί στα τέσσερα, παρέχοντας πρακτικές υποδιαιρέσεις του σε εβδομάδες. Αν και οι 52 εβδομάδες, που επινοήθηκαν με τον τρόπο αυτό, κάλυπταν μόνο 364 μέρες. Το γεγονός αυτό θεωρείτο ασήμαντο μόνο μειονέκτημα στη σύσταση ενός ημερολογίου. Η ανατολή των αστεριών μπορούσε να χρησιμεύσει τόσο για να εντοπίζει κανείς τη ώρα κατά τη νύχτα, όσο και σαν ένδειξη της εποχής της έτους. Η ηλιακή(δηλαδή η ακριβής πριν από τον ήλιο)ανατολή του Σείριου, σήμαινε την επικείμενη πλημμύρα του Νείλου. Πολλές πέτρες και ογκόλιθοι στη Βρετανία είναι ευθυγραμμισμένες με τα σημεία ανατολής των αστέρων, ασφαλώς για τους ίδιους λόγους. Παρατηρήσεις των κινήσεων του ηλίου της Σελήνης και των αστέρων, για θρησκευτικούς σκοπούς, οδήγησαν συμπτωματικά σε μια πιο επιστημονικά βασισμένη μελέτη, όπου οι κινήσεις των ουράνιων σωμάτων μπορούσαν να προβλεφθούν. Αυτό παρείχε στοιχεία, που μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν από τους χαρτογράφους και τους ναυτίλους. Ένα μεγάλο εμπόδιο για καλύτερη επιστημονική προσέγγιση, παρουσιάστηκε γιατί οι ώρες, όπως υπολογίζονταν από το ηλιακό ρολόι, είχαν διαφορετική διάρκεια τους χειμώνες από όση είχαν τα καλοκαίρια, αφού μετριόταν μόνο έπειτα από διαίρεση της διάρκειας του φωτός της ημέρας σε δώδεκα ίσα μέρη. Η δυσκολία αυτή υπερπηδήθηκε με την ανακάλυψη της κλεψύδρας. Στην αρχική της μορφή, η κλεψύδρα ήταν δοχείο σε σχήμα κουβά, που έφερε μια μικρή τρύπα στη βάση του. Το δοχείο ήταν βαθμολογημένο από μέσα και γεμιζόταν με νερό. Η κλεψύδρα ικανοποίησε την πρώτη ανάγκη κατασκευής μηχανικών ρολογιών. Καθώς η στάθμη του νερού κατέβαινε , η ώρα μπορούσε να διαβαστεί με τη βοήθεια της εσωτερικής κλίμακας. Η βαθμονόμηση της κλεψύδρας γινόταν με πρότυπο το ηλιακό ρολόι, είτε κατά την εαρινή, είτε κατά τη φθινοπωρινή ισημερία, οπότε οι ημέρες και οι νύχτες είχαν ίση διάρκεια το μεγαλύτερο πλεονέκτημα της, ωστόσο, ήταν ότι ήθελε ξαναγέμισμα αρκετά συχνά(δουλεία παρατηρητή). Μόνο μερικούς αιώνες πριν από τη γέννηση του Χριστού, οι επιστήμονες του Μουσείου της Αλεξάνδρειας στην Αίγυπτο, επινόησαν ένα υδάτινο ρολόι που ήταν ουσιαστικά αυτόματο. Στο μηχάνημα αυτό η στάθμη του νερού στο δοχείο κρατιόταν σταθερή με τη βοήθεια μιας συνεχούς ροής νερού και μιας εξόδου υπερχειλίσεως. Από το δοχείο αυτό, ένας λεπτός σωλήνας τροφοδοτούσε αργά ένα κυλινδρικό δοχείο μέσα στο οποίο υπήρχε ένας πλωτήρας που ανέβαινε, καθώς γέμιζε ο κύλινδρος. Ένας δείχτης, τοποθετημένος στην κορυφή του πλωτήρα, έδειχνε την ώρα επάνω σε μια κλίμακα. Ο ναός των Ανέμων, που κατασκευάστηκε το 200 π.Χ. περίπου, στην αγορά των Αθηνών, είναι ένα τέτοιο ρολόι. Το 800 μ.Χ. περίπου ο αυτοκράτορας Καρλομάγνος είχε ένα υδάτινο ρολόι, που αυτόματα ελευθέρωνε μια ορειχάλκινη σφαίρα η οποία κυλούσε μέσα σε ένα κύπελλο κάθε ώρα, δηλαδή έναν αρχέγονο τύπο ρολογιού που χτυπούσε τις ώρες. Κατά τους τρείς επόμενους αιώνες, οι μηχανισμοί, οι οποίοι χτυπούσαν τις ώρες γινόταν όλο και περισσότερο περίτεχνοι παίρνοντας συχνά τη μορφή μιας μετάλλινης ανθρώπινης φιγούρας, που χτυπούσε τις ώρες. Η ακολουθία των χτυπημάτων στα πρώτα υδάτινα ρολόγια τιθόταν κανονικά σε λειτουργία από ένα σπάγκο, οδηγό, τυλιγμένο γύρω από ένα αδράχτι, που κινούσε τα γρανάζια, τους μοχλούς και τις τροχαλίες, που με τη σειρά τους κινούσαν τις φιγούρες. Την ίδια εποχή έγινε αντιληπτό πως ένα βαρίδιο κι ένας σπάγκος οδηγός, θα μπορούσαν να κινούν τόσο τα αστεροσκοπεία, όσο και τα ρολόγια, αν βρισκόταν κάποιο μέσο που θα ρύθμιζε τη συχνότητα πτώσεως του βαριδιού. Μια που υπήρχε κιόλας παράδοση στη χρήση του νερού στα ρολόγια, ήταν φυσικό να τεθεί σε λειτουργία ένας υδραυλικός ρυθμιστής. Σε ένα τυπικό παράδειγμα, το βαρίδιο εμποδίζονταν να πέσει από έναν οδοντωτό τροχό και έναν γάντζο. Ο γάντζος μπορούσε να ελευθερώσει τον οδοντωτό τροχό με τη βοήθεια ενός ελεύθερα ζυγοσταθμισμένου μοχλού, στην άλλη άκρη, του οποίου ήταν προσαρμοσμένο ένα δοχείο. Το νερό έσταζε μέσα στο δοχείο, ωσότου το βάρος του γινόταν αρκετό να κινήσει το μοχλό, που κινούσε το γάντζο. Έτσι ελευθερωνόταν ο οδοντωτός τροχός, για να κινηθεί προς τα εμπρός μια μόνο θέση, ενώ ταυτόχρονα το δοχείο άδειαζε και ο μοχλός επέστρεφε στην αρχική του θέση. Πανάρχαιο είναι και το ρολόι της άμμου(αμμωτό). Σε καθορισμένο χρόνο μια σταθμισμένη ποσότητα άμμου τρέχει σιγά,σιγά από το ένα δοχείο στο άλλο. Γύρω στο 1200 μ.Χ. ο βασικός αυτός τύπος ρυθμιστή χρησιμοποιόταν σε πολλές και διαφορετικές μορφές στην Κίνα, στις ισλαμικές χώρες και στην Ευρώπη και η ζήτηση ρολογιών ήταν αρκετή για μια πόλη σαν την Κολωνία, για να έχει τη δική της συντεχνία ωρολογοποιών. Ωστόσο τα ρυθμιζόμενα με νερό ρολόγια του είδους αυτού, υπέφεραν από πολλά μειονεκτήματα . Στα ψυχρά κλίματα, το νερό μπορούσε να παγώσει και στις θερμές χώρες μπορούσε να εξατμιστεί. Επιπλέον, το άνοιγμα από το οποίο έσταζε το νερό, με την πάροδο του χρόνου ή φάρδαινε από τις διαβρώσεις, ή φράζονταν από τα αποθέματα του σκληρού νερού ώστε, βαθμιαία, το όργανο γινόταν όλο και λιγότερο ακριβές. Το 1271 μ.Χ., ένας Άγγλος μοναχός, ο ROBERT ο Άγγλος, γράφοντας για τα ρολόγια της εποχής του, σκέφτηκε ότι ένας καθαρός μηχανικός ρυθμιστής θα ήταν προτιμότερος και διαπίστωσε, ότι τη εποχή εκείνη ένας αριθμός ατόμων περιεργάζονταν το πρόβλημα αυτό, για το οποίο μέχρι τότε δεν είχε βρεθεί λύση. Μερικά χρόνια αργότερα, κάποιος άγνωστος μηχανικός, στη βόρεια Ιταλία ή Γαλλία, βρήκε τη λύση με την ανακάλυψη του ρυθμιστή με μηχανισμό διαφυγής. Ο ρυθμιστής με μηχανισμό διαφυγής πήρε τη μιας κατακόρυφης ράβδου επάνω στην οποία ήταν προσαρμοσμένες δύο μικρές μεταλλικές σημαίες(πεταλούδες). Ο άξονας κρεμόταν από ένα κοντό σπάγκο ή νεύρο κι η άλλη άκρη του στηριζόταν, για να περιστρέφεται επάνω σε έναν τριβέα. Μπορούσε έτσι να στρέφεται παλινδρομικά προς τη μια κατεύθυνση και προς την άλλη, ενώ οι μεταλλικές σημαίες, που έκαναν την ίδια κίνηση, μπλέκονταν στο δόντι ενός οδοντωτού τροχού και ξεμπλέκονταν, αντίστοιχα. Η ταχύτητα με την οποία παλινδρομούσε περιστροφικά ο άξονας, ρυθμιζόταν από μία μικρή ράβδο, στερεωμένη σε ορθές γωνίες στην επάνω άκρη του. Σε κάθε άκρη της οριζόντιας μικρής ράβδου κρεμόταν ένα μικρό βαρίδιο. Μετακινώντας τα βαρίδια προς τον άξονα, η ταχύτητα περιστροφής του μεγάλωνε, ενώ απομακρύνοντάς τα από αυτόν μίκραινε. Έτσι ο ρυθμός του ρολογιού μπορούσε να κανονιστεί εύκολα. Σε μερικά παλιά ιταλικά ρολόγια, ωστόσο, ο άξονας έφερε έναν τροχό στη θέση της οριζόντιας μικρής ράβδου, ενώ το βαρίδιο κρεμόταν από τις ακτίνες του, πάλι για σκοπούς ρυθμίσεως. Το 1364 μ.Χ., ένας Ιταλός καθηγητής της αστρονομίας, GIOVANNI DE DONDI, τελειοποίησε ένα τέτοιο ρολόι, τις λεπτομέρειες του οποίου μελετούσε επί 19 χρόνια. Πραγματικά, κατά τον 14ο αι. έγινε ζήτημα δημοτικού γοήτρου για τις κοινότητες, να αποκτήσουν ένα ρολόι εγκατεστημένο συνήθως σε περίοπτη θέση, όπως για παράδειγμα, στο καμπαναριό της τοπικής εκκλησίας. Γύρω στο 1400 μ.Χ. άρχισαν να χρησιμοποιούνται σπειροειδή ελατήρια. Ο ρυθμιστής με μηχανισμό διαφυγής παρέμεινε σε χρήση μέχρι το 1650 μ.Χ., οπότε το εκκρεμές αντικατέστησε την οριζόντια μικρή ράβδο, δίνοντας έτσι τον τύπο των ρολογιών τοίχου, που συναντούμε σήμερα. Επί 3 αιώνες ήταν αδύνατο να κατασκευαστεί ρολόι, που να λειτουργεί σωστά. Τα πρώτα μηχανικά ρολόγια που κατασκευάστηκαν γύρω στα μέσα του 14ου αιώνα, είχαν μόνο ωροδείχτη και μπορούσαν να δείχνουν ακόμη και μια ώρα λάθος. Αλλά από το 1660 και μετά, ρολόγια που μέχρι τότε χρησιμοποιούνταν σαν όργανα αναφοράς για την περίπου ώρα μπορούσαν με μια απλή τροποποίηση,(κυριολεκτικά σχεδόν σε μια νύχτα), να μετατραπούν σε ρολόγια ακριβείας, τόσο αξιόπιστα, ώστε να έχουν και λεπτοδέιχτες. Η εφεύρεση που έδωσε τη δυνατότητα αυτή ήταν το εκκρεμές. Είναι δύσκολο να μιλάς με ακρίβεια για την εφεύρεση ενός πράγματος τόσο απλού, σαν το εκκρεμές. Κάθε ταλαντευόμενο αντικείμενο με κανονική περίοδο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη μέτρηση του χρόνου. Υπάρχουν ιστορικά στοιχεία, τα οποία αναφέρουν ότι οι Άραβες χρησιμοποιούσαν εκκρεμή, για να καθορίζουν χρονικά σύντομα γεγονότα, μετρώντας τον αριθμό των ταλαντεύσεων τους. Αυτό που είναι πιο σπουδαίο, είναι να κατανοήσει κάποιος, ότι όλες οι ταλαντεύσεις ενός συγκεκριμένου εκκρεμούς έχουν την ίδια περίοδο, δηλαδή είναι ισόχρονες και ότι η αρχή αυτή μπορεί να χρησιμοποιηθεί στο συγχρονισμό του μηχανισμού των ρολογιών. Ο Γαλιλαίος αναγνωρίζεται ευρύτατα ως ο πρώτος που το συνειδητοποίησε και το πιο πιθανότερο είναι να ήταν ο πρώτος, που δημοσίευσε κάτι πάνω σε αυτό το ζήτημα. Η ανακάλυψη, όμως, περισσοτέρων χειρογράφων του LEONARDO DA VINCI, το 1967, που θεωρούνταν προηγουμένως χαμένα, έδειξε, ότι ο LEONARDO σχεδίασε ένα διάγραμμα εκκρεμούς, για να συγχρονίσει ένα μηχανισμό ρολογιού, ήδη από το 1495. Υπάρχουν υποψίες, ότι ο Γαλιλαίος μπορεί να είδε τα χειρόγραφα του LEONARDO ή να άκουσε για το περιεχόμενό τους το 1637, επειδή την εποχή εκείνη τα χειρόγραφα κυκλοφορούσαν από χέρι σε χέρι. Η παράδοση λέει, ότι ο Γαλιλαίος πρωτοαντιλήφθηκε, ότι το εκκρεμές είναι ισόχρονο το 1582, όταν ήταν σε ηλικία 18 χρόνων. Η παράδοση αναφέρει, επίσης, ότι χρονομέτρησε την αργή αιώρηση ενός πολυέλαιου, κρεμασμένο στον καθεδρικό ναό της Πίζας, χρησιμοποιώντας τους σφυγμούς του. Μετά την ανακάλυψη του Γαλιλαίου, οι αστρονόμοι και οι γιατροί χρησιμοποίησαν μικρότερα εκκρεμή, για να χρονομετρούν όχι μόνο φαινόμενα, αλλά και τους σφυγμούς των ασθενών. Ένα αδύνατο σημείο της όλης υποθέσεως ήταν, ότι τα μικρά εκκρεμή σταματούν γρήγορα και θέλουν συνεχώς ώθηση, με αποτέλεσμα να χαλά ο ρυθμός και πιο συγκεκριμένα να μεταβάλλεται η περίοδος. Περίπου το 1641, ο Γαλιλαίος σχεδίασε μια συσκευή, που μπορούσε να δίνει μια μικρή ώθηση στο τέλος κάθε αιωρήσεως, αν και είναι πολύ πιθανό, να μην κατασκεύασε ποτέ μια τέτοια συσκευή, που να λειτούργησε. Όλα τα μηχανικά ρολόγια χρειάζονται ένα σύστημα διαφυγής. Διαφυγή είναι ο μηχανισμός που ρυθμίζει την πτώση του βάρους στα παλιά κατασκευής ρολόγια ή την τάση του ελατηρίου στα μεταγενέστερα. Στα πρώτα ρολόγια η διαφυγή αποτελούνταν από έναν εκκρουστικό τροχό(κορόνα) και έναν άξονα, που χρειάζεται κάποιο χρόνο για να στραφεί, όταν του δοθεί μια ώθηση από την οδόντωση της κορόνας, την οποία, όμως, και δεσμεύει εμπλέκοντας πρώτα με ένα και μετά με τον άλλο ρυθμιστικούς όνυχες του την οδόντωση της(βλέπε και σχέδιο διαφυγής του HUYGEN). Ο χρόνος εμπλοκής εξαρτάται από την αδράνεια του άξονα, άλλα και από το σημείο ή τον πόλο περιστροφής. Όσο περισσότερο παρεμποδίζεται η στροφή του άξονα τόσο περισσότερο το ρολόι πάει πίσω. Σε ένα μηχανισμό διαφυγής ρολογιού με εκκρεμές χρησιμοποιείται η κορόνα, για να διατηρήσει την αιώρηση της ράβδου και η αιώρηση της ράβδου, με τη σειρά της, ρυθμίζει χρονικά την περιστροφή της κορόνας διαμέσου του άξονα. Η διαφυγή του Γαλιλαίου ήταν μάλλον ανακριβής και δεν χρησιμοποιήθηκε. Ο Χριστινός HUYGEN, Δανός επιστήμονας, ήταν ο πρώτος που γνωστοποίησε στον κόσμο, το 1565, την ανακάλυψη και την κατασκευή ενός μηχανισμού διαφυγής ρολογιού με εκκρεμές. Ο HUYGEN, που δεν γνώριζε τη διαφυγή του Γαλιλαίου και του Λεονάρντο Ντα Βίντσι, βρήκε μια μέθοδο προσαρμογής των χρησιμοποιούμενων αξόνων στις ράβδους των εκκρεμών με τη βοήθεια ενός συρμού οδοντοτροχών. Επιπλέον, έκανε την πρώτη αναλυτική μελέτη, που αφορούσε την αιτία αιωρήσεως ενός εκκρεμούς και διαπίστωσε πως μόνο οι μικρού πλάτους αιωρήσεις είναι μάλλον ισόχρονες. Εργάστηκε, επίσης, πάνω σε ένα σχέδιο τροποποιήσεως της αναρτήσεως της ράβδου ή χορδής του εκκρεμούς έτσι ώστε και οι μεγάλου πλάτους αιωρήσεις να γίνουν ισόχρονες. Για το σκοπό αυτό χρησιμοποίησε δύο αναστολείς, έναν σε κάθε πλευρά, στους οποίους επάνω αιωρούνταν απομακρυσμένη από το κέντρο. Με την επινόηση αυτή μείωνε το μήκος της χορδής ή της ράβδου και έκανε το εκκρεμές τελείως ισόχρονο. Η ΔΙΑΦΥΓΗ ΤΟΥ HUYGEN δεν ήταν τέλεια, είχε, όμως, το πλεονέκτημα της προσαρμοστικότητας στα υπάρχοντα ρολόγια και άνοιξε έτσι το δρόμο για παραπέρα βελτιώσεις. Μέσα σε αυτές συμπεριλαμβάνονται η διαφυγή με ΦΑΛΑΓΓΑ(υπάρχει και σήμερα στα περισσότερα ρολόγια εκκλησιών της Ελλάδας) και η διαφυγή με ΑΓΚΥΡΑ. Η ΦΑΛΑΓΓΑ είναι μια ράβδος με οδοντώσεις στο επάνω μέρος των άκρων της για την ανάρτηση βαρών. Από το κέντρο της περνά ο άξονας με τους ρυθμιστικούς όνυχες, που εμπλέκονται στην κατάλληλα οδόντωση της κορόνας. Η άγκυρα είναι ένα μεταλλικό έλασμα, σε σχήμα ημικυκλίου, με δύο ρυθμιστικούς όνυχες στις άκρες του, εμπλέκονται διαδοχικά στην οδόντωση της κορόνας. Η επινόηση του εκκρεμούς, πέρα από την απλή μέτρηση του χρόνου με μεγάλη ακρίβεια, γεγονός που θεμελίωσε τη βάση της ΔΥΝΑΜΙΚΗΣ, που με τη σειρά της κι αυτή οδήγησε στην καλύτερη κατανόηση του κόσμου. Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΩΝ ΡΟΛΟΓΙΩΝ Τα ρολόγια γνώρισαν τον ΙΣΤ΄ αιώνα. Μετά το εκκρεμές, εμφανίζονται το 1829 τα πρώτα ηλεκτρικά ρολόγια. Ο σύγχρονος κινητήρας του ηλεκτρικού ρολογιού μπορεί να τροφοδοτείται με κοινό ρεύμα. Τελευταία εμφανίστηκαν και τα ατομικά ρολόγια που έχουν μεγάλη ακρίβεια και χρησιμοποιούν διεγερμένα άτομα. Ο ρυθμός δόνησης τους είναι πολύ μεγάλος αλλά σταθερός και ο χρόνος τους καθορίζεται με όχι βάση τη διάρκεια του24ώρου, αλλά ορισμένου αριθμού περιόδων της ακτινοβολίας του καισίου. Στο Εθνικό Εργαστήριο Φυσικής της Αγγλίας χρησιμοποιούν ρολόι με διεγερμένα άτομα καισίου. Η ακρίβεια του είναι τόσο μεγάλη ώστε κάνει λάθος ένα δευτερόλεπτο κάθε χίλια περίπου χρόνια. ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΑΥΞΟΜΕΙΩΣΗΣ ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΣΤΑ ΡΟΛΟΓΙΑ Για την αντιμετώπιση της αυξομείωσης της θερμοκρασίας των μετάλλων στα ρολόγια, από τα τέλη του Ι΄ αιώνα χρησιμοποιήθηκαν κράματα μετάλλων όπως το ινβούρ και το ελινβάρ, με συντελεστή διαστολής σχεδόν 0 και τελειότερο μηχανισμό ρυθμιστή με μοχλό Ματζ. ΕΙΔΗ ΡΟΛΟΓΙΩΝ Υπάρχουν πολλών ειδών ρολόγια. Ορισμένα από αυτά δείχνουν όχι την ώρα μόνο αλλά και την ημερομηνία και το μήνα. Επίσης υπάρχουν και τα αυτόματα ρολόγια που κουρδίζονται μόνα τους, με τις φυσικές κινήσεις του χεριού του ανθρώπου.

 

ΣΥΝΔΕΣΗ ΠΕΛΑΤΗ

E-MAIL:
ΚΩΔΙΚΟΣ:
TORUS SHOP@web engine